HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάληψη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/aˈna.li.psi/

Ορισμοί

  1. η απόσυρση κάποιου χρηματικού ποσού από κατάθεση σε λογαριασμό
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. η αποδοχή της υποχρέωσης
  4. γυναικείο όνομα
  5. η αποδοχή και έναρξη μιας εργασίας η οποία έχει ανατεθεί σε κάποιον
  6. η άνοδος στον ουρανό

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)”
“Θα πάμε στην εκκλησία καθώς σήμερα είναι της Αναλήψεως.”
“※ ..του Ευαγγελίου και των Πράξεων, βασίζεται στην παράδοση, που αποτυπώθηκε στην υμνολογία (στιχηρά του Εσπερινού) και στο Συναξάριο της Αναλήψεως, όπως επίσης και στον Βίο της Παναγίας του ιερομονάχου Επιφανίου. (Εικόνες της Κρητικής τέχνης από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, επιμ. Μανόλης Μπουρμπουδάκης, 2004, σελ. 367)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάληψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course