HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλάθητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈla.θi.tos/

Ορισμοί

  1. που δεν κάνει λάθη
  2. ο απόλυτα αξιόπιστος και σίγουρος
  3. το αλάθητο

Παραδείγματα

“το ένστικτό μου είναι αλάθητο”
“η μέθοδός της είναι αλάθητη”
“※ Όλα τα προγράμματα προσαρμόστηκαν εν ριπή οφθαλμού σ' αυτή την αλάθητη συνταγή. (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλάθητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course