Meaning of αλάθητος | Babel Free
/aˈla.θi.tos/Ορισμοί
- που δεν κάνει λάθη
- ο απόλυτα αξιόπιστος και σίγουρος
- το αλάθητο
Παραδείγματα
“το ένστικτό μου είναι αλάθητο”
“η μέθοδός της είναι αλάθητη”
“※ Όλα τα προγράμματα προσαρμόστηκαν εν ριπή οφθαλμού σ' αυτή την αλάθητη συνταγή. (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.