ακτοφυλακή
Ορισμοί
η φύλαξη λιμένων και ακτών από το Λιμενικό Σώμα -ο όρος ακτοφυλακή χρησιμοποιείται παρότι δεν υπάρχει σώμα ακτοφυλάκων πλέον και τα καθήκοντα αυτά ασκούνται από λιμενοφύλακες.
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةخفر السواحل
DeutschKüstenwache
Gàidhligmaor-cladaich
Italianoguardia costiera
日本語沿岸警備隊
Nederlandskustwacht
Polskistraż przybrzeżna
Portuguêsguarda costeira
Русскийберегова́я охра́на
Svenskakustbevakning
Українськаморська́ охоро́на
Παραδείγματα
“Η ακτοφυλακή διέσωσε τους ναυαγούς κοντά στο νησί.”
The coast guard rescued the shipwrecked people near the island.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free