Σημασία του λιμενικό | Babel Free
Ορισμοί
- το Λιμενικό Σώμα
- το σκάφος του Λιμενικού Σώματος
Ισοδύναμα
العربية
خفر السواحل
Deutsch
Küstenwache
English
coast guard
Français
garde-côte
Gàidhlig
maor-cladaich
Italiano
guardia costiera
日本語
沿岸警備隊
Nederlands
kustwacht
Polski
straż przybrzeżna
Português
guarda costeira
Русский
берегова́я охра́на
Svenska
kustbevakning
Українська
морська́ охоро́на
Παραδείγματα
“※ η αστυνομία και το λιμενικό δεν επέτρεψαν στα τηλεοπτικά συνεργεία να πλησιάσουν στο πλοίο (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2006, σελ. 111)”
“※ Πού πάτε εσείς, φώναξε ο Τούρκος από το λιμενικό. Τα χαρτιά σας. Έχετε άδεια; (Παναγιώτης Μ. Σωτήρχος, Το δέντρο της Ανατολής, Αρμός, 1998, σελ. 460)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free