λιμενικό
Ορισμοί
- το Λιμενικό Σώμα
- το σκάφος του Λιμενικού Σώματος
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةخفر السواحل
DeutschKüstenwache
Gàidhligmaor-cladaich
Italianoguardia costiera
日本語沿岸警備隊
Nederlandskustwacht
Polskistraż przybrzeżna
Portuguêsguarda costeira
Русскийберегова́я охра́на
Svenskakustbevakning
Українськаморська́ охоро́на
Παραδείγματα
“※ η αστυνομία και το λιμενικό δεν επέτρεψαν στα τηλεοπτικά συνεργεία να πλησιάσουν στο πλοίο (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2006, σελ. 111)”
“※ Πού πάτε εσείς, φώναξε ο Τούρκος από το λιμενικό. Τα χαρτιά σας. Έχετε άδεια; (Παναγιώτης Μ. Σωτήρχος, Το δέντρο της Ανατολής, Αρμός, 1998, σελ. 460)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free