Meaning of Ακρόπολη | Babel Free
/aˈkɾo.po.li/Ορισμοί
- ο «ιερός βράχος» της Αθήνας
- ύψωμα που παρείχε προστασία και γι' αυτό το λόγο γινόταν ο τόπος εγκατάστασης ενός οικισμού κατά τους προϊστορικούς χρόνους
- το υψηλότερο μέρος μιας αρχαίας ή βυζαντινής πόλης. Εκεί έβρισκαν οι πολίτες της ένα ύστατο καταφύγιο σε περίπτωση πολέμου
-
ο τόπος που συνδέθηκε καθοριστικά με την ανάπτυξη και την πορεία ενός λαού ή κινήματος κλπ figuratively
Παραδείγματα
“το Σούλι και η Μάνη υπήρξαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας δυο ακροπόλεις του ελληνισμού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.