Meaning of αδράχτι | Babel Free
/aˈðɾa.xti/Ορισμοί
- ξύλινο ή μεταλλικό κυλινδρικό εργαλείο με το οποίο γνέθουν το μαλλί
- ποσότητα του νήματος επάνω στο αδράχτι
- μεταλλικός ή ξύλινος άξονας διαφόρων μηχανημάτων
- ο κυρίως κορμός μιας άγκυρας
Ισοδύναμα
English
Spindle
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.