άπληστος
Ορισμοί
που χαρακτηρίζεται από τη διαρκή επιθυμία να αποκτά όλο και περισσότερα αγαθά χωρίς να ικανοποιείται ποτέ,πλεονέκτης
Ισοδύναμα
25 more languages
Българскиалчен
DeutschbegehrlichbesitzgieriggeizengeiziggeldgeilgeldhungrighabgierighabsüchtigrangigRaub-raubgierigunersättlich
Galegocobizoso
Bahasa Indonesiakemaruk
Kurdîaç
Latviešukārs
Nederlandsroofzuchtig
Portuguêsvoraz
Українськахижий
Παραδείγματα
“Είναι τόσο άπληστος που ποτέ δεν του φτάνουν τα λεφτά.”
He is so greedy that money is never enough for him.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free