Meaning of άβαφος | Babel Free
/ˈa.va.fos/Ορισμοί
- που δε βάφτηκε, ο μη βαμμένος
- που δε φτιασιδώθηκε, ο μη μακιγιαρισμένος
- χαρακτηρισμός μετάλλου που δεν έχει ψυχθεί μετά την πυράκτωση ώστε να γίνει ανθεκτικό
Παραδείγματα
“αυτός ο τοίχος έμεινε άβαφος”
“μερικές γυναίκες είναι πιο ωραίες όταν είναι άβαφες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.