Σημασία του άβαφος | Babel Free
ˈa.va.fosΟρισμοί
Ισοδύναμα
Ελληνικά
αβερνίκωτος
αγυάλιστος
αζωγράφιστος
ακέρωτος
αλουστράριστος
αμπογιάτιστος
ασμίλευτος
αστίλβωτος
αχρωμάτιστος
αχτένιστος
μακιγιάζ
μακιγιάρω
Français
écru
fard
farde
farde
fardé
fruste
make-up
maquillage
maquillé
maquillé
maquille
Peint
peint
peint
日本語
犾
Latviešu
negluds
Português
make-up
ไทย
ดิบ
Tiếng Việt
thô kệch
Παραδείγματα
“αυτός ο τοίχος έμεινε άβαφος”
“μερικές γυναίκες είναι πιο ωραίες όταν είναι άβαφες”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free