HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακέρωτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο μη αλειμμένος με κερί
  2. που δεν έχει πέσει πάνω του κερί, δεν έχει στάξει
  3. που θάφτηκε χωρίς να του διαβαστεί νεκρώσιμη ακολουθία (χωρίς να αναφτούν κεριά)
  4. που δεν έχει το χρώμα του κεριού
  5. αστίλβωτος, αγυάλιστος

Παραδείγματα

“Όταν αγοράζουμε λεμόνια, αποφεύγουμε τα κερωμένα (τα οποία κατά κανόνα είναι εισαγόμενα). Είναι προτιμότερο να διαλέγουμε ακέρωτους καρπούς και μάλιστα βιολογικής γεωργίας. (*)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακέρωτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course