Meaning of ακέρωτος | Babel Free
Ορισμοί
- ο μη αλειμμένος με κερί
- που δεν έχει πέσει πάνω του κερί, δεν έχει στάξει
- που θάφτηκε χωρίς να του διαβαστεί νεκρώσιμη ακολουθία (χωρίς να αναφτούν κεριά)
- που δεν έχει το χρώμα του κεριού
- αστίλβωτος, αγυάλιστος
Παραδείγματα
“Όταν αγοράζουμε λεμόνια, αποφεύγουμε τα κερωμένα (τα οποία κατά κανόνα είναι εισαγόμενα). Είναι προτιμότερο να διαλέγουμε ακέρωτους καρπούς και μάλιστα βιολογικής γεωργίας. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.