Meaning of μακιγιάρω | Babel Free
Ορισμοί
κάνω σε κάποιον μακιγιάζ, τον βάφω στο πρόσωπο, τονίζω με χρώμα τα μάγουλα και τα μάτια
Παραδείγματα
“οι φιλοξενούμενοι της τηλεοπτικής εκπομπής πρώτα πρέπει να κάτσουν για να τους μακιγιάρουν”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.