Meaning of -φαγία | Babel Free
/faˈʝi.a/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν το να τρώει κάποιος
- αυτό που δηλώνει το α' συνθετικό
- με τον τρόπο ή στο βαθμό που δηλώνει το α' συνθετικό
Ισοδύναμα
English
-phagy
Παραδείγματα
“κρεατοφαγία, ονυχοφαγία”
“αδηφαγία, ολιγοφαγία, ωμοφαγία”
“αφαγία - αφαγιά, αρρωστοφαγία - αρρωστοφαγιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.