Meaning of -φανής | Babel Free
/faˈnis/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό σε λόγια επίθετα, που δηλώνει ότι αυτό που προσδιορίζεται από το πρώτο συνθετικό
- φαίνεται γίνεται αντιληπτό με τον τρόπο αυτό
- στην παραγωγή λέξεων με προθήματα
- αδιαφανής
- αειφανής
- αληθοφανής
- αμφιφανής
- αρτιφανής
- αφανής
- διαφανής
- εμφανής
- επιφανής
- ημιδιαφανής
- ημιφανής
- καινοφανής
- καταφανής
- ολοφανής
- παμφανής
- πασιφανής
- περιφανής
- προφανής
- πρωτοφανής
- σοβαροφανής
- σπουδαιοφανής
Παραδείγματα
“αληθοφανής, σοβαροφανής”
“επιφανής, προφανής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.