Meaning of -φέρνω | Babel Free
/ˈfeɾ.no/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ρημάτων
- που σημαίνουν πως κάτι μοιάζει ή θυμίζει συμπεριφορά που δηλώνεται από το πρώτο συνθετικό (συνήθως στο ενεστωτικό θέμα, χωρίς παθητική φωνή)
- που σημαίνουν φέρνω με τον τρόπο που ορίζει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“αγαθός > αγαθοφέρνω”
“Άγγλος > αγγλοφέρνω”
“μεγάλος > μεγαλοφέρνω”
“χαζός > χαζοφέρνω”
“ξαναφέρνω, πολυφέρνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.