Meaning of -φορώ | Babel Free
/foˈɾo/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ρημάτων τα οποία δηλώνουν πως το υποκείμενο
- φοράει κάτι συγκεκριμένο
- κρατάει κάτι συγκεκριμένο το οποίο αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό
- αποκτά αυτό που αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό
- αποδίδει τον τίτλο που αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“ασπροφορώ, πενθηφορώ, ρασοφορώ”
“λαμπαδηφορώ, οπλοφορώ”
“καρποφορώ, φυλλοφορώ”
“παρασημοφορώ, τιτλοφορώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.