Meaning of -φυλλος | Babel Free
/fiˈlos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων ή ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται
- στο σχήμα ή το είδος των φύλλων ενός φυτού
- στον αριθμό των φύλλων
Παραδείγματα
“λεπτόφυλλος, πλατύφυλλος, στενόφυλλος”
“τετράφυλλος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.