Meaning of -φωνος | Babel Free
/fo.nos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων ή ουσιαστικοποιημένων επιθέτων
- που χαρακτηρίζει άτομα με μητρική γλώσσα ή κύρια γλώσσα όπως ορίζεται στο πρώτο συνθετικό ανεξάρτητα από την καταγωγή τους
- που αναφέρονται σε χαρακτηρισμό φωνής όπως δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“γαλλόφωνος, αραβόφωνος”
“συγκρίνετε με το -γλωσσος”
“υψίφωνος (για ποιότητα φωνής)”
“λαρυγγόφωνος (όρος φωνολογίας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.