Meaning of -χρονος | Babel Free
/xɾo.nos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό για τη δημιουργία επιθέτων που αναφέρονται σε αριθμητικό και δείχνουν
- πρόσωπο το οποίο έχει την ηλικία του πρώτου συνθετικού
- κάποιον ή κάτι που διαρκεί όσα χρόνια δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- κάτι που εκτελείται ή λειτουργεί σε όσους χρόνους ή βήματα δηλώνει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“δεκάχρονος, δίχρονος”
“τρίχρονος”
“ισόχρονος, ταυτόχρονος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.