Meaning of -φιλία | Babel Free
/fiˈlia/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- αγάπη σχετικά με το αναφερόμενο στο πρώτο συνθετικό
- σεξουαλική προδιάθεση ή διαταραχή
- ιδιότητα κάποιου οργανισμού να απορροφά μια ουσία
Παραδείγματα
“Άγγλος (Ánglos, “English”) + -φιλία (-filía) → αγγλοφιλία (anglofilía, “Anglophilia”)”
“βιβλίο (vivlío, “book”) + -φιλία (-filía) → βιβλιοφιλία (vivliofilía, “love of books”)”
“ζώο (zóo, “animal”) + -φιλία (-filía) → ζωοφιλία (zoofilía, “love of animals”)”
“ξένος (xénos, “foreign”) + -φιλία (-filía) → ξενοφιλία (xenofilía, “love of foreigners”)”
“αίμα (aíma, “blood”) + -φιλία (-filía) → αιμοφιλία (aimofilía, “haemophilia”)”
“σπασμός (spasmós, “spasm”) + -φιλία (-filía) → σπασμοφιλία (spasmofilía, “spasmophilia”)”
“βιβλιοφιλία, ζωοφιλία, σκιοφιλία”
“ετεροφυλοφιλία, ομοφυλοφιλία, παιδοφιλία”
“υδροφιλία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.