HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

-φάγος

Φράση θηλυκό CEFR B1
ˈfaɣos

Ορισμοί

  1. δεύτερο συνθετικό επιθέτων τα οποία αναφέρονται σε πρόσωπο το οποίο τρώει με τρόπο ή ποσότητα που αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό
  2. β’ συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν ζώα που τα χαρακτηρίζει κάποιο είδος τροφής
  3. β’ συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν κάποιον που του αρέσει να καταναλώνει ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό κυριολεκτικά ή μεταφορικά
  4. β’ συνθετικό ουσιαστικών που χαρακτηρίζουν κάποιο(ν) από το είδος ή τον τρόπο της τροφής του

Ισοδύναμα

Español-fago
Français-phage-vore
9 more languages
العربيةآكل
Català-vor
Ελληνικά-βόρος
Italiano-fago
Polski-fag
Português-fago-voro
Svenska-ätare

Παραδείγματα

“βάτραχος (vátrachos, “frog”) + -φάγος (-fágos) → βατραχοφάγος (vatrachofágos, “frog eating”)”
“φυτοφάγος, σαρκοφάγος”
“ψαροφάγος, βιβλιοφάγος”
“μελισσοφάγος, αμετροφάγος”
“καλόφαγος, κακόφαγος, λιγόφαγος”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη -φάγος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free