Meaning of -φάγος | Babel Free
/ˈfaɣos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων τα οποία αναφέρονται σε πρόσωπο το οποίο τρώει με τρόπο ή ποσότητα που αναφέρεται στο πρώτο συνθετικό
- β’ συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν ζώα που τα χαρακτηρίζει κάποιο είδος τροφής
- β’ συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν κάποιον που του αρέσει να καταναλώνει ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό κυριολεκτικά ή μεταφορικά
- β’ συνθετικό ουσιαστικών που χαρακτηρίζουν κάποιο(ν) από το είδος ή τον τρόπο της τροφής του
Παραδείγματα
“βάτραχος (vátrachos, “frog”) + -φάγος (-fágos) → βατραχοφάγος (vatrachofágos, “frog eating”)”
“φυτοφάγος, σαρκοφάγος”
“ψαροφάγος, βιβλιοφάγος”
“μελισσοφάγος, αμετροφάγος”
“καλόφαγος, κακόφαγος, λιγόφαγος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.