Meaning of -ούρα | Babel Free
/ˈu.ɾa/Ορισμοί
- επίθημα σε επίθετα ή ρήματα για την παραγωγή κυρίως αφηρημένων λαϊκότροπων ουσιαστικών που δεν υπήρχαν αντίστοιχά τους ή για να αντικατασταθούν τα υπάρχοντα
- μεγεθυντικό η επιτατικό επίθημα για την παραγωγή σχετικά κακόσημων ουσιαστικών με την έννοια της υπερβολής
Παραδείγματα
“θολός > θολούρα, καυτός > καούρα, κάψα > καψούρα”
“κάζο > καζούρα, λιγώνω > λιγούρα”
“χάνω (από τον αόριστο έχασα) > χασούρα”
“αγιασμός > αγιαστούρα”
“σημάδι > σημαδούρα”
“μεσαιωνική ανεμοδούριν > ανεμοδούρα (ίσως κατ' αναλογία προς το σημαδούρα)”
“τρώω, αόρ. έφαγα > φαγούρα”
“ελληνικά > ελληνικούρα, λαϊκό > λαϊκούρα, μαλλί > μαλλούρα”
“παλιατζής > παλιατζούρα”
“χαρτί > χαρτούρα”
“χαιρετώ > χαιρετούρα,”
“ανακάτεμα ή ανακάτωσα (αόριστος του ανακατώνω) > ανακατωσούρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.