HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ούρα | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈu.ɾa/

Ορισμοί

  1. επίθημα σε επίθετα ή ρήματα για την παραγωγή κυρίως αφηρημένων λαϊκότροπων ουσιαστικών που δεν υπήρχαν αντίστοιχά τους ή για να αντικατασταθούν τα υπάρχοντα
  2. μεγεθυντικό η επιτατικό επίθημα για την παραγωγή σχετικά κακόσημων ουσιαστικών με την έννοια της υπερβολής

Παραδείγματα

“θολός > θολούρα, καυτός > καούρα, κάψα > καψούρα”
“κάζο > καζούρα, λιγώνω > λιγούρα”
“χάνω (από τον αόριστο έχασα) > χασούρα”
“αγιασμός > αγιαστούρα”
“σημάδι > σημαδούρα”
“μεσαιωνική ανεμοδούριν > ανεμοδούρα (ίσως κατ' αναλογία προς το σημαδούρα)”
“τρώω, αόρ. έφαγα > φαγούρα”
“ελληνικά > ελληνικούρα, λαϊκό > λαϊκούρα, μαλλί > μαλλούρα”
“παλιατζής > παλιατζούρα”
“χαρτί > χαρτούρα”
“χαιρετώ > χαιρετούρα,”
“ανακάτεμα ή ανακάτωσα (αόριστος του ανακατώνω) > ανακατωσούρα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -ούρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course