Meaning of -ουργία | Babel Free
/uɾˈʝi.a/Ορισμοί
β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε ενασχόληση, δραστηριότητα ή κάποια άλλη επιχείρηση
Ισοδύναμα
English
-urgy
Παραδείγματα
“μεταλλουργία, ταπητουργία, υφαντουργία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.