Meaning of -ούσα | Babel Free
/ˈu.sa/Ορισμοί
- επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζει χαρακτηρισμό
- όπως ορίζει η πρωτότυπη λέξη
- κατάληξη λόγιων μετοχών ενεργητικού ενεστώτα θηλυκό του -ών, -ούσα, -ούν
- για ιδιότητα
- κατάληξη θηλυκών επιθέτων -ης, -α/-ού/-ούσα, -ικο, σύνθετων με το -μάλλης, -μάτης -φρύδης
- κατάληξη θηλυκών τοπωνυμίων
Παραδείγματα
“γρηγορώ > γρηγορούσα”
“σαρανταποδαρούσα”
“Ανθούσα, Φαρμακούσα”
“μειοψειφούσα (μειοψηφών), συμπαθούσα (συμπαθών)”
“ξανθομαλλούσα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.