Σημασία του -παθητικός | Babel Free
pa.θi.tiˈkosΟρισμοί
β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία δηλώνουν πως το αναφερόμενο υφίσταται κατάσταση ή συναισθήματα
Παραδείγματα
“αντιπαθητικός, ομοιοπαθητικός, συμπαθητικός”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free