Meaning of -παραγωγή | Babel Free
/pa.ɾa.ɣoˈʝi/Ορισμοί
επίθημα ουσιαστικών με το οποίο δηλώνεται η εκτροφή, καλλιέργεια ή η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παραγωγή του ουσιαστικού που προσδιορίζει
Παραδείγματα
“βαμβακοπαραγωγή, ηλεκτροπαραγωγή, σιτοπαραγωγή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.