Meaning of -πλάσιος | Babel Free
/ˈpla.si.os/Ορισμοί
χρησιμοποιείται στο σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ότι κάτι είναι τόσες φορές, όσες δηλώνει η ρίζα της λέξης, μεγαλύτερο ή περισσότερο από κάτι άλλο
Παραδείγματα
“τρία (tría, “three”) → τριπλάσιος (triplásios, “triple”)”
“δώδεκα (dódeka, “twelve”) → δωδεκαπλάσιος (dodekaplásios)”
“είκοσι (eíkosi, “twenty”) → εικοσαπλάσιος (eikosaplásios)”
“δι-πλάσιος, τρι-πλάσιος, εικοσ-α-πλάσιος, πολλ-α-πλάσιος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.