Meaning of -πληξία | Babel Free
Ορισμοί
β’ συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία ότι έχει πληγεί ή επηρεαστεί απ’ αυτό που δηλώνει το α’ συνθετικό
Παραδείγματα
“αρχαιοπληξία, ηλεκτροπληξία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.