Meaning of -πλοΐα | Babel Free
/ploˈi.a/Ορισμοί
- επίθημα σύνθετων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν:
- μετακίνηση με πλεούμενο σε / με ό,τι σημαίνει το αʹ συνθετικό
- μετακίνηση με ό,τι σημαίνει το αʹ συνθετικό
- ενέργεια (που δηλώνεται με το αʹ συνθετικό) σε κάποια πλεύση
Παραδείγματα
“ποντοπλοΐα, ναυσιπλοΐα”
“ιστιοπλοΐα/ ατμοπλοΐα”
“κωλυσιπλοΐα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.