Meaning of -πληκτος | Babel Free
/pli.ktos/Ορισμοί
- επίθημα επιθέτων τα οποία αναφέρονται σε άτομο το οποίο
- έχει πληγεί από το αναφερόμενο στο πρώτο συνθετικό
-
που διακατέχεται από εμμονή με το αναφερόμενο offensive
Παραδείγματα
“ακριδόπληκτος, κεραυνόπληκτος, χαλαζόπληκτος”
“αρχαιόπληκτος, προγονόπληκτος, φαντασιόπληκτος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.