Meaning of -πλασία | Babel Free
/plaˈsi.a/Ορισμοί
- επίθημα επιρρημάτων τα οποία δηλώνουν τον αριθμό κατά τον οποίο αυξάνεται αυτό που προσδιορίζεται
- δεύτερο συνθετικό
- ιατρικών όρων που δηλώνει την ανάπτυξη του μέρους του σώματος με τον τρόπο ή στο σημείο που ορίζει το πρώτο συνθετικό
-
που δηλώνει νοητικό δημιούργημα όπως ορίζεται στο πρώτο συνθετικό figuratively
-
που δηλώνει το πλάσιμο, τη διαδικασία της δημιουργίας εκείνου που ορίζεται στο πρώτο συνθετικό dated
Παραδείγματα
“απλασία, νεοπλασία”
“οστεοπλασία”
“ιδεοπλασία”
“αρτοπλασία”
“διπλάσια, τριπλάσια, πενταπλάσια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.