Meaning of -παιδο | Babel Free
/pe.ðo/Ορισμοί
β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε κάποιο χαρακτηριστικό που έχει ένα παιδί
Παραδείγματα
“διαβολόπαιδο, κωλόπαιδο, πλουσιόπαιδο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.