Meaning of -ούχος | Babel Free
/ˈu.xos/Ορισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε κάτοχο αυτού που αναφέρεται στο α′ συνθετικό
- β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία δηλώνουν πως το αναφερόμενο διαθέτει το συστατικό του α′ συνθετικού
Παραδείγματα
“λεωφορείο (leoforeío, “bus”) + -ούχος (-oúchos) → λεωφορειούχος (leoforeioúchos, “bus owner”)”
“εκατομμύριο (ekatommýrio, “million”) + -ούχος (-oúchos) → εκατομμυριούχος (ekatommyrioúchos, “millionaire”)”
“γηπεδούχος, δικαιούχος, οικοπεδούχος”
“αλατούχος, ανθρακούχος, χλωριούχος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.