HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -ούχος | Babel Free

Phrase masculine CEFR B1
/ˈu.xos/

Ορισμοί

  1. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε κάτοχο αυτού που αναφέρεται στο α′ συνθετικό
  2. β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία δηλώνουν πως το αναφερόμενο διαθέτει το συστατικό του α′ συνθετικού

Παραδείγματα

“λεωφορείο (leoforeío, “bus”) + -ούχος (-oúchos) → λεωφορειούχος (leoforeioúchos, “bus owner”)”
“εκατομμύριο (ekatommýrio, “million”) + -ούχος (-oúchos) → εκατομμυριούχος (ekatommyrioúchos, “millionaire”)”
“γηπεδούχος, δικαιούχος, οικοπεδούχος”
“αλατούχος, ανθρακούχος, χλωριούχος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -ούχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course