Meaning of -πάθεια | Babel Free
/ˈpa.θi.a/Ορισμοί
- επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζουν:
- συμπεριφορά, ή αίσθημα όπως δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- μια πάθηση (συχνά ανίατη) ή το σύνολο ασθενειών που σχετίζονται με το πρώτο συνθετικό
- μια μορφολογική τροποποίηση μιας λέξης όπως δηλώνει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“νεφροπάθεια (kidney disease)”
“καρδιοπάθεια (heart disease)”
“μετριοπάθεια (moderation)”
“μυστικοπάθεια (secretiveness)”
“αναξιοπάθεια, αντιπάθεια, εγωπάθεια, ωραιοπάθεια”
“αγγειοπάθεια, δισκοπάθεια, καρδιοπάθεια, λεμφοπάθεια”
“αλληλοπάθεια, αυτοπάθεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.