Σημασία του -ουργός | Babel Free
uɾˈɣosΟρισμοί
- δεύτερο συνθετικό μετουσιαστικών αρσενικών ή θηλυκών που δηλώνουν
- το πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα ή ασχολία ή αντικείμενο αυτό που σημαίνει το πρώτο συνθετικό
- το πρόσωπο ή τον παράγοντα-μέσον που οι ενέργειές του ή η λειτουργία του έχουν ως αποτέλεσμα το πρώτο συνθετικό
- ότι κάποιος εργάζεται για χάρη του πρώτου συνθετικού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ξύλο > ξυλουργός”
“ιερό > ιερουργός”
“δράμα > δραματουργός (που συγγράφει δραματικά ή γενικά θεατρικά έργα)”
“μουσική > μουσουργός (ο συνθέτης, ο συνθέτων μουσικής)”
“λεπτός/λεπτότητα > λεπτουργός (που δημιουργεί λεπτά χειροτεχνήματα)”
“ταχυδακτυλουργός: ταχύς + δάχτυλο + ουργός απόδοση του γαλλικού prestidigitateur”
“θαύμα > θαυματουργός (π.χ. θαυματουργό νερό)”
“γένεση > γενεσιουργός (που προκαλεί την γένεση, π.χ. γενεσιουργός αιτία, παράγοντας)”
“εξαίρεση: αγαθό > αγαθοεργός (που κάνει κάτι για το αγαθό)”
“λειτουργός (λαός και έργο: που εργάζεται για το λαό)”
“υπουργός (που εργάζεται υπό τις εντολές κάποιου άλλου, άρα για τον άλλο)”
“υπουργός στην πολιτική (εννοείτο η λέξη λαός, εκείνος που εργάζεται υπό τον λαό, για τον λαό)”
“πρωθυπουργός (ο πρώτος μεταξύ των υπουργών, δηλαδή από εκείνους που εργάζονται για το λαό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free