Meaning of -ουρία | Babel Free
/uˈɾi.a/Ορισμοί
- β' συνθετικό που δείχνει ότι η σύνθετη λέξη αναφέρεται ή σχετίζεται με την ούρηση ή τα ούρα
- β' συνθετικό που τίθεται σε σύνθετα περιληπτικά ουσιαστικά ή τα προσδίδει κάποια μειωτική σημασία
Παραδείγματα
“αιματουρία, νυκτουρία, συχνοουρία”
“κλέφτης > κλεφτουριά”
“λάσπη > λασπουριά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.