Meaning of -λάτρης | Babel Free
/ˈla.tɾis/Ορισμοί
- β’ συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνουν…:
- …κάποιον που λατρεύει, αγαπά ή θαυμάζει ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό
- …κάποιον που θεωρεί υπερφυσικό ον και λατρεύει ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό
Παραδείγματα
“είδωλο (eídolo, “idol, reflection”) + -λάτρης (-látris) → ειδωλολάτρης (eidololátris, “idolater”)”
“βιβλιολάτρης (vivliolátris, “bibliolater: adores books and reading”) - βιβλιόφιλος (vivliófilos, “bibliophile: likes books and reading”)”
“αρχαιολάτρης, βιβλιολάτρης”
“ειδωλολάτρης, εικονολάτρης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.