Meaning of -ληπτος | Babel Free
/li.ptos/Ορισμοί
β’ συνθετικό που δείχνει ότι η σύνθετη λέξη έχει τη σημασία πως κάτι έχει ληφθεί ή καταληφθεί απ’ αυτό που εκφράζει το α’ συνθετικό
Παραδείγματα
“φοιβόληπτος, θρησκόληπτος, ερωτόληπτος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.