Σημασία του -λογία | Babel Free
loˈʝi.aΟρισμοί
- δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει
- την ενέργεια ρημάτων σε -λογώ ή το αποτέλεσμα του ρήματος από ουσιαστικά σε -ση
-
δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά collective
- η επιστήμη ή η δραστηριότητα η σχετική με αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
-
άλλη προφορά λέξεων σε -λογία literary, vulgar
Ισοδύναμα
Български
-логия
Català
-logia
Čeština
-logie
Dansk
-logi
English
-logy
Español
-logía
Suomi
-logia
Français
-logie
Magyar
-lógia
Italiano
-logia
ქართული
-ლოგია
Latina
-logia
Bahasa Melayu
-logi
Nederlands
-logie
Polski
-logia
Português
-logia
Română
-logie
Русский
-логия
Slovenčina
-lógia
Српски
-логија
Svenska
-logi
Türkçe
-loji
中文
学
ZH-TW
學
Παραδείγματα
“ψευδολογώ > ψευδολογία”
“βαθμολογώ > βαθμολόγηση > βαθμολογία”
“ανθρωπολογία, αρχαιολογία, βιολογία”
“φτωχολογιά”
“κακολογία > κακολογιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free