Meaning of -λογία | Babel Free
/loˈʝi.a/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει
- την ενέργεια ρημάτων σε -λογώ ή το αποτέλεσμα του ρήματος από ουσιαστικά σε -ση
-
δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά collective
- η επιστήμη ή η δραστηριότητα η σχετική με αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
-
άλλη προφορά λέξεων σε -λογία literary, vulgar
Ισοδύναμα
English
-logy
Παραδείγματα
“ψευδολογώ > ψευδολογία”
“βαθμολογώ > βαθμολόγηση > βαθμολογία”
“ανθρωπολογία, αρχαιολογία, βιολογία”
“φτωχολογιά”
“κακολογία > κακολογιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.