-λογία
Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει
- την ενέργεια ρημάτων σε -λογώ ή το αποτέλεσμα του ρήματος από ουσιαστικά σε -ση
-
δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά collective
- η επιστήμη ή η δραστηριότητα η σχετική με αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
-
άλλη προφορά λέξεων σε -λογία literary, vulgar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ψευδολογώ > ψευδολογία”
“βαθμολογώ > βαθμολόγηση > βαθμολογία”
“ανθρωπολογία, αρχαιολογία, βιολογία”
“φτωχολογιά”
“κακολογία > κακολογιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free