Meaning of -λόγιο | Babel Free
/ˈlo.ʝi.o/Ορισμοί
- χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιο είδος κειμένου ή καταλόγου που περιέχει πληροφορίες σχετικά με το α' συνθετικό της λέξης
- χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σύνολο του α' συνθετικού της λέξης
- αμοιβολόγιο
- ανεμολόγιο
- ανθολόγιο
- απουσιολόγιο
- βαθμολόγιο
- γενεαλόγιο
- δασολόγιο
- δειγματολόγιο
- δημοτολόγιο
- διαιτολόγιο
- δρομολόγιο
- εδεσματολόγιο
- ενδυματολόγιο
- ερωτηματολόγιο
- ευχολόγιο
- ημερολόγιο
- θεματολόγιο
- ιστολόγιο
- κοστολόγιο
- κτηματολόγιο
- λεξιλόγιο
- μαθητολόγιο
- νηολόγιο
- παρουσιολόγιο
- πελατολόγιο
- πληκτρολόγιο
- ποινολόγιο
- τιμολόγιο
- τοκολόγιο
- τυπολόγιο
- υβρεολόγιο
- χρονολόγιο
- ωρολόγιο
Παραδείγματα
“βαθμολόγιο, ημερολόγιο, κτηματολόγιο”
“ανθολόγιο, δειγματολόγιο, λεξιλόγιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.