Meaning of -λήπτης | Babel Free
/ˈli.ptis/Ορισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- άτομο το οποίο λαμβάνει ή εκτελεί το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
- άτομο το οποίο καταγράφει με μηχανικά μέσα τα αναφερόμενα στο α′ συνθετικό
- συσκευή η οποία λαμβάνει το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
Παραδείγματα
“δειγματολήπτης, εργολήπτης, μισθολήπτης”
“εικονολήπτης, ηχολήπτης”
“ρευματολήπτης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.