HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -λήπτης | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈli.ptis/

Ορισμοί

  1. β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
  2. άτομο το οποίο λαμβάνει ή εκτελεί το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
  3. άτομο το οποίο καταγράφει με μηχανικά μέσα τα αναφερόμενα στο α′ συνθετικό
  4. συσκευή η οποία λαμβάνει το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό

Παραδείγματα

“δειγματολήπτης, εργολήπτης, μισθολήπτης”
“εικονολήπτης, ηχολήπτης”
“ρευματολήπτης”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -λήπτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course