Meaning of -λατρία | Babel Free
/laˈtɾi.a/Ορισμοί
δεύτερο συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει τη λατρεία, την αγάπη, τον θαυμασμό ή τη λατρεία προς ό,τι σημαίνει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“ειδωλολατρία < (ελληνιστική κοινή) εἰδωλολατρία”
“μοιρολατρία < μοιρολάτρ(ης) + -ία”
“ζωολατρία < γαλλική zoolâtrie”
“αρχαιολατρία < αγγλική archaeolatry”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.