Meaning of -άρα | Babel Free
Ορισμοί
- μεγεθυντικό επίθημα θηλυκού γένους παραγώγων από ουσιαστικά και κύρια ονόματα που σημαίνει
- πολύ μεγάλο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του -άρης (κατάληξη επιθέτων) accusative, feminine, nominative, singular, vocative
- πολύ σπουδαίο
- για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από αριθμητικά επίθετα που δηλώνει
- περίπου την ηλικία γυναίκας
- μέγεθος, ποσότητα, διάρκεια (όπως ο κυβισμός μηχανών, χωρητικότητα, χρηματικά ποσά)
- επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζει μεγάλο βαθμό της ιδιότητας της πρωτότυπης λέξης
Παραδείγματα
“γυναίκα (gynaíka, “woman”) + -άρα (-ára) → γυναικάρα (gynaikára)”
“πόδι (pódi, “foot”) + -άρα (-ára) → ποδάρα (podára)”
“τρόμος (trómos, “terror”) + -άρα (-ára) → τρομάρα (tromára, “extreme terror”)”
“Ελένη (Eléni, “Helen”) + -άρα (-ára) → Ελενάρα (Elenára)”
“σαράντα (saránta, “forty”) + -άρα (-ára) → σαραντάρα (sarantára, “fortysomething (woman)”)”
“χίλια (chília, “thousand”) + -άρα (-ára) → χιλιάρα (chiliára, “(engine of) a thousand horsepower”)”
“τέσσερα (téssera, “4”) + -άρα (-ára) → τεσσάρα (tessára, “4 football (soccer) goals”)”
“Η ομάδα έφαγε τεσσάρα.”
The team was defeated (literally: ate) by four [goals].
“οικόπεδο > οικοπεδάρα, πόδι > ποδάρα, γυναίκα > γυναικάρα”
“Χριστίνα > Χριστινάρα, Γιώργος > Γιωργάρα”
“έργο > εργάρα”
“τριαντάρα”
“χιλιάρα μηχανή, πεντακοσάρα, εξάρα”
“σιχαίνομαι > σίχαμα > σιχαμάρα”
“αλανιάρης > αλανιάρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.