HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -άρα | Babel Free

Phrase feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. μεγεθυντικό επίθημα θηλυκού γένους παραγώγων από ουσιαστικά και κύρια ονόματα που σημαίνει
  2. πολύ μεγάλο
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του -άρης (κατάληξη επιθέτων)
    accusative, feminine, nominative, singular, vocative
  4. πολύ σπουδαίο
  5. για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από αριθμητικά επίθετα που δηλώνει
  6. περίπου την ηλικία γυναίκας
  7. μέγεθος, ποσότητα, διάρκεια (όπως ο κυβισμός μηχανών, χωρητικότητα, χρηματικά ποσά)
  8. επίθημα για το σχηματισμό αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζει μεγάλο βαθμό της ιδιότητας της πρωτότυπης λέξης

Παραδείγματα

“γυναίκα (gynaíka, “woman”) + -άρα (-ára) → γυναικάρα (gynaikára)”
“πόδι (pódi, “foot”) + -άρα (-ára) → ποδάρα (podára)”
“τρόμος (trómos, “terror”) + -άρα (-ára) → τρομάρα (tromára, “extreme terror”)”
“Ελένη (Eléni, “Helen”) + -άρα (-ára) → Ελενάρα (Elenára)”
“σαράντα (saránta, “forty”) + -άρα (-ára) → σαραντάρα (sarantára, “fortysomething (woman)”)”
“χίλια (chília, “thousand”) + -άρα (-ára) → χιλιάρα (chiliára, “(engine of) a thousand horsepower”)”
“τέσσερα (téssera, “4”) + -άρα (-ára) → τεσσάρα (tessára, “4 football (soccer) goals”)”
“Η ομάδα έφαγε τεσσάρα.”

The team was defeated (literally: ate) by four [goals].

“οικόπεδο > οικοπεδάρα, πόδι > ποδάρα, γυναίκα > γυναικάρα”
“Χριστίνα > Χριστινάρα, Γιώργος > Γιωργάρα”
“έργο > εργάρα”
“τριαντάρα”
“χιλιάρα μηχανή, πεντακοσάρα, εξάρα”
“σιχαίνομαι > σίχαμα > σιχαμάρα”
“αλανιάρης > αλανιάρα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -άρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course