Meaning of -άρι | Babel Free
/ˈa.ɾi/Ορισμοί
- παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από αριθμητικά που δηλώνουν
- αξία, ποσότητα, βαθμό αξιολόγησης ή επίδοσης, αριθμό παιγνιοχάρτου ή παίκτη αθλητικής ομάδας
-
δέσμη, σύνολο ομοίων πραγμάτων
especially
- τον αριθμό χώρων που έχει βάσει της πρώτης λέξης
- παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν
- υποκοριστική σημασία
- χωρίς υποκοριστική σημασία (συχνά η υποκοριστική σημασία δεν υπάρχει πλέον στην νεοελληνική)
- όργανο, μέσο
- πλησμονή του πρωτότυπου
- παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από ρήματα που δηλώνουν
- το αποτέλεσμα του ρήματος
Παραδείγματα
“οκτ(ώ) + -άρι > οκτάρι”
“είκοσ(ι) + -άρι > εικοσάρι”
“πεντακόσ(ια) + -άρι > πεντακοσάρι”
“εκατοστ(ός) + -άρι > εκατοστάρι «αγόρασα ένα εκατοστάρι φακέλους»”
“δέκ(α) + -άρι > δεκάρι «ένα δεκάρι φάκελοι»”
“δύ(ο) + -άρι > δυάρι”
“τρί(α) + -άρι > τριάρι”
“τέσσ(ερα) + -άρι > τεσσάρι”
“πέντ(ε) + -άρι > πεντάρι”
“βλαστ(ός) + -άρι > βλαστάρι (νεαρός βλαστός)”
“δοκός + -άρι > δοκάρι (μικρή δοκός)”
“πετεινός + -άρι > πετεινάρι (μικρός πετεινός)”
“θρέφω - θρεφτάρι”
“ζύμη - ζυμάρι”
“σίτος - σιτάρι”
“κρεμαστ(ός) + -άρι > κρεμαστάρι”
“αγιάσματ(ος) + -άρι > αγιασματάρι”
“λύσ(η) + -άρι > λυσάρι”
“γεμάτ(ος) + -άρι > γεματάρι”
“κεφαλ(ή) + -άρι > κεφαλάρι”
“απογενν(ώ) + -άρι > απογεννάρι”
“απομένω, απομείν(ω) + -άρι > απομεινάρι”
“αρμέγ(ω) + -άρι > αρμεγάρι”
“μακρύν(ω) + -άρι > μακρυνάρι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.