HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -άρι | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈa.ɾi/

Ορισμοί

  1. παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από αριθμητικά που δηλώνουν
  2. αξία, ποσότητα, βαθμό αξιολόγησης ή επίδοσης, αριθμό παιγνιοχάρτου ή παίκτη αθλητικής ομάδας
  3. δέσμη, σύνολο ομοίων πραγμάτων
    especially
  4. τον αριθμό χώρων που έχει βάσει της πρώτης λέξης
  5. παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν
  6. υποκοριστική σημασία
  7. χωρίς υποκοριστική σημασία (συχνά η υποκοριστική σημασία δεν υπάρχει πλέον στην νεοελληνική)
  8. όργανο, μέσο
  9. πλησμονή του πρωτότυπου
  10. παράγει ουδέτερα ουσιαστικά από ρήματα που δηλώνουν
  11. το αποτέλεσμα του ρήματος

Παραδείγματα

“οκτ(ώ) + -άρι > οκτάρι”
“είκοσ(ι) + -άρι > εικοσάρι”
“πεντακόσ(ια) + -άρι > πεντακοσάρι”
“εκατοστ(ός) + -άρι > εκατοστάρι «αγόρασα ένα εκατοστάρι φακέλους»”
“δέκ(α) + -άρι > δεκάρι «ένα δεκάρι φάκελοι»”
“δύ(ο) + -άρι > δυάρι”
“τρί(α) + -άρι > τριάρι”
“τέσσ(ερα) + -άρι > τεσσάρι”
“πέντ(ε) + -άρι > πεντάρι”
“βλαστ(ός) + -άρι > βλαστάρι (νεαρός βλαστός)”
“δοκός + -άρι > δοκάρι (μικρή δοκός)”
“πετεινός + -άρι > πετεινάρι (μικρός πετεινός)”
“θρέφω - θρεφτάρι”
“ζύμη - ζυμάρι”
“σίτος - σιτάρι”
“κρεμαστ(ός) + -άρι > κρεμαστάρι”
“αγιάσματ(ος) + -άρι > αγιασματάρι”
“λύσ(η) + -άρι > λυσάρι”
“γεμάτ(ος) + -άρι > γεματάρι”
“κεφαλ(ή) + -άρι > κεφαλάρι”
“απογενν(ώ) + -άρι > απογεννάρι”
“απομένω, απομείν(ω) + -άρι > απομεινάρι”
“αρμέγ(ω) + -άρι > αρμεγάρι”
“μακρύν(ω) + -άρι > μακρυνάρι”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -άρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course