Σημασία του -άρης | Babel Free
ˈaɾisΟρισμοί
Παραδείγματα
“βάρκα (várka, “boat”) + -άρης (-áris) → βαρκάρης (varkáris, “boatman”)”
“λύρα (lýra, “lyre”) + -άρης (-áris) → λυράρης (lyráris, “lyre player”)”
“σαράντα (saránta, “forty”) + -άρης (-áris) → σαραντάρης (sarantáris, “forty something year old”), σαραντάρα f (sarantára)”
“είκοσι (eíkosi, “twenty”) + -άρης (-áris) → εικοσάρης (eikosáris, “twenty something year old”), εικοσάρα f (eikosára)”
“ζήλι(α) (zíli(a), “jealousy”) + -άρης (-áris) → ζηλιάρης (ziliáris, “envious”), ζηλιάρα f (ziliára), ζηλιάρικο n (ziliáriko)”
“τρακόσα, colloquial of τριακόσια (trakósa, colloquial of triakósia, “three hundred”) + -άρης (-áris) → τρακοσάρης (trakosáris, “of 300”)”
“Τι τύπου φωτογραφίες θέλεις να δεις με τρακοσάρη (300άρη) φακό;”
What kind of photos do you want to see with a 300mm lens?
“διακόσα, colloquial of διακόσια (diakósa, colloquial of diakósia, “tow hundred”) + -άρης (-áris) → διακοσάρης (diakosáris, “of 200”)”
“Ήταν κατοστάρης, διακοσάρης και τετρακοσάρης. Έτρεχε εξίσου καλά τα εκατό, τα διακόσια και τα τετρακόσια.”
He was a 100-er (runner), an 200-er and a 400-er. He was running equally well the 100, the 200 and the 400 [metres].
“πρόσωπο συγκεκριμένης ηλικίας (π.χ. εικοσιπεντάρης / 25άρης, σαραντάρης / 40άρης)”
“πρόσωπο που έχει προβλέψει σωστά συγκεκριμένο αριθμό επιτυχιών σε τυχερά παιχνίδια (π.χ. δεκατριάρης)”
“αθλητή συγκεκριμένων αποστάσεων σε αγωνίσματα δρόμου (τετρακοσάρης / 400άρης) ή για σειρά κατάταξης στο ποδόσφαιρο”
“παραπονιάρης, γκρινιάρης, αλανιάρης, ναζιάρης”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free