HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψύλλος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ˈpsi.los/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. πάρα πολύ μικρό έντομο που ζει παρασιτικά σε ανθρώπους και ζώα

Ισοδύναμα

English Flea

Παραδείγματα

“※ Ἕνα ψύλλο ’ς τὴν αὐλή του / Εἶχε πάντοτε σιμὰ, / Ποῦ τ’ ἀγάπαε σὰν παιδί του, / Γιατὶ χόρευε λαμπρά! (Αντώνιος Μανούσος, Του διαβόλου το τραγούδι, 1876)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψύλλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course