Meaning of ψύλλος | Babel Free
/ˈpsi.los/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- πάρα πολύ μικρό έντομο που ζει παρασιτικά σε ανθρώπους και ζώα
Ισοδύναμα
English
Flea
Παραδείγματα
“※ Ἕνα ψύλλο ’ς τὴν αὐλή του / Εἶχε πάντοτε σιμὰ, / Ποῦ τ’ ἀγάπαε σὰν παιδί του, / Γιατὶ χόρευε λαμπρά! (Αντώνιος Μανούσος, Του διαβόλου το τραγούδι, 1876)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.