HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψιλός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/psiˈlos/

Ορισμοί

  1. λεπτός
  2. λεπτός σαν παιδικός (παραβάλετε με ψηλός)
  3. ψιλά σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα κ, π, τ, τα σύγχρονα άηχα κλειστά
  4. ψιλή κυριότητα: το να έχει κάποιος μια ιδιοκτησία χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την επικαρπία
  5. ψιλοί (στρατιώτες): στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
  6. τα ψιλά, μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες
    familiar
  7. ο αποψιλωμένος

Παραδείγματα

“έπεφτε ψιλή βροχή· κόβω το μήλο σε ψιλές φέτες”
“έχει πολύ ψιλή φωνή”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψιλός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course