Σημασία του χώνω | Babel Free
ˈxo.noΟρισμοί
- βάζω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο
- μπήγω
- κρύβω κάτι βαθιά μέσα σε κάτι άλλο
- τοποθετώ κάτι βιαστικά μέσα σε κάτι άλλο
- θάβω
- καταφέρνω εκτελώ αυτοβούλως και επιτυχημένα μία δραστηριότητα με αυθόρμητο τρόπο, με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση,
- κάνω
Παραδείγματα
“έχωσε τα λεφτά στην τσέπη”
“χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα”
“χώθηκε κάτω από δυο μέτρα χιόνι”
“του έχωσε ένα μαχαίρι στην καρδιά”
“το μαχαίρι χώθηκε μέχρι το κόκκαλο”
“κάπου έχωσα το φάκελο και δεν μπορώ να τον βρω”
“έχωσε τα χαρτιά μέσα στο συρτάρι κι έφυγε”
“τον χώσανε: τον έθαψαν”
“το έχωσα το γκομενάκι (αργκό): το έριξα”
“τι χώνεις; (αργκό) : τι κάνεις;”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free