Meaning of χύσι | Babel Free
/ˈçi.si/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
υγρό που κατά το τέλος της συνουσίας εκκρίνεται από τα γεννητικά όργανα. Στον άντρα είναι το σπέρμα vulgar
Ισοδύναμα
English
cum
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.