HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φράγκο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈfɾaŋ.ɡo

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. το νόμισμα της Ελβετίας
  3. το νόμισμα του Βελγίου, της Γαλλίας πριν να περάσουν στο ευρώ, καθώς και άλλων κρατών ή αποικιών
    dated
  4. τα λεφτά
    general
  5. η δραχμή
    dated, familiar

Ισοδύναμα

EnglishFranc
Españolfranco
FrançaisFranc
35 more languages
العربيةفْرَنْك
Българскифранк
Catalàfranc
Češtinafrank
Danskfranc
Esperantofranko
فارسیفرانک
Suomifrangi
Gaeilgefranc
Galegofranco
Հայերենֆրանկ
Italianofranco
日本語フラン
ქართულიფრანკი
ភាសាខ្មែរហ្វ្រង្ក
한국어프랑
Kurdîfrank
Latinafrancus
LëtzebuergeschFrang
Македонскифранк
မြန်မာဖရန့်
Nederlandsfrank
Portuguêsfranco
Românăfranc
Русскийфранк
Ikinyarwandaifaranga
Српскиfranakфранак
Tiếng Việtphật lăngphrăng
中文法郎
繁體中文法郎

Παραδείγματα

“※ ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών (Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων Ιατρικά θέματα 68, 2015, σελ. 31-34 https://isth.gr/wp-content/uploads/2021/06/isth68.pdf)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φράγκο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free