Meaning of φορητός | Babel Free
/fo.ɾiˈtos/Ορισμοί
- που μπορεί να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί σε πολλά σημεία (κυρίως συσκευές μικρού βάρους και μεγέθους, που δεν έχουν μια σταθερή βάση εγκατάστασης ή μη συνδεδεμένες ενσύρματα σε ένα δίκτυο)
- φορητή εφαρμογή, λογισμικό ή πρόγραμμα (βλ. portable)
Παραδείγματα
“φορητός υπολογιστής (laptop computer)”
“φορητή τηλεόραση (portable television)”
“φορητός υπολογιστής”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.