Meaning of μεταφορικός | Babel Free
Ορισμοί
-
που έχει σχέση με μεταφορά (πραγμάτων ή ανθρώπων από ένα μέρος σε άλλο) ή αναφέρεται σ’ αυτή literally
- που έχει σχέση με μεταφορά ή αναφέρεται σ’ αυτή
- μεταφορικά
- μεταφορική
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.